lunes, 30 de mayo de 2016

ATI SOLERTI - SOFÍA ARYIROPULU [18.798]

De izquierda a derecha, Néstoras Pulakos, Flavia Company, Ati Solerti y Tasos Psarris


ATI SOLERTI - SOFÍA ARYIROPULU

La poeta, pintora aficionada y traductora griega Ati Solerti (Sofía Aryiropulu) nació en Patras, Grecia en 1983. Estudió Historia y Arqueología en la Universidad Nacional «Ioannis Kapodistrias» de Atenas. Es autora de dos libros de poemas: Torbellino de ébano (Εβένινη Δίνη, Εκδόσεις Περί Τεχνών, 2007) y Erial de pasiones (Ερημία Παθών, Εκδόσεις Βακχικόν, 2012). 


Traducción: Mario Domínguez Parra




Tres poemas de Torbellino de ébano


EL NACIMIENTO

En una casa llena de anatemas…
¿Quién da importancia a los deseos?
Aún desenrollan el ovillo las Parcas…
¿Quién da importancia a los deseos?
Aún se quema el aceite en el candil…
¿Anatemas susurran o los conjuran?
¿Quién se encarga de los deseos?
La luz de su lámpara
hace enorme la sombra de mi cama…
Parece una torre, castillo inexpugnable, abstruso monte de los Santos.
¿Quién se encarga de los pecadores?
Agua pido.
Mucha.
Tengo sed.
Agua maldita y aceite consagrado…
presentes que me trajeron las Parcas.
¿Quién se encarga de los pecadores?
En una casa llena de sepultureros…
¿Quién da importancia a los vivos?



EL POZO

A hurtadillas, avanzada la noche,
alguien me susurra secretos…
y luego risas se escuchan contenidas.
A hurtadillas en el pozo,
en sueños vi gatear a una vieja…
y luego devino bebé que parecía lucifer.

A hurtadillas en el barrio de más allá,
cirios encendidos…
¡atizan el fuego y queman a Satanás!
Y después hebras de fuego
cercan la sementera…
¡fuegos de artificio!

A hurtadillas, avanzada la noche,
aún gatea la luna en el pozo.
Llantos se escuchan contenidos…
y mi vieja madre que traiga agua grita,
para conjurar el fuego de la sementera…



DEBILIDAD

Voces exhortatorias y risas burlonas…
hace dos días que resuenan en mis oídos.
El viento congela cada zona de poder que halla.
En la oscuridad primero se congelan los pies.
Imposible elevar mi vil estatura…
Hacia algún…
otro…
hermano...
diferente y compasivo.
Me detengo en el umbral de la exhortación y la burla
de cada progreso estéril,
personificado y huérfano.
Me detengo y me rindo.
El frío…
La oscuridad…
Corrompo.
Un escudo de uñas elevo y tras él me encierro.
La reina pecadora
se movió…
tropezó…
Luego sacó su diamantina corona de su dedálica cabellera.
Se la puso en el dedo.
En el mismo dedo cuelgo el escudo.
No me moveré.
¡Quizás me vea!
Con rabia robaré…
la primera hora de dolor que anida en almas débiles y humildes,
…¡su idolatrado anillo!
¡Y correré!
¡A por ayuda correré!
Doy gracias al Viento…
que congeló la putrefacta confianza,
el tercer día de desesperación.
La soñada fuga consumió cada uña.
¡Este hurto nunca ocurrió!





ΑΤΗ ΣΟΛΕΡΤΗ
http://atisolerti.blogspot.com/
Τρία ποιήματα από ΕΒέΝΙΝΗ ΔίΝΗ

Η ΓΕΝΝΗΣΗ

Μες σ' ένα σπίτι γεμάτο κατάρες…
Ποιος δίνει σημασία στις ευχές;
Ακόμα ξετυλίγουν το κουβάρι οι Μοίρες...
Ποιος δίνει σημασία στις ευχές;
Ακόμα καίει το λάδι στο καντήλι...
Κατάρες ψιθυρίζουν ή τις ξορκίζουν;
Ποιος μεριμνά για τις ευχές;
Το φως απ' το λυχνάρι τους,
κάνει τεράστια τη σκιά του κρεβατιού μου...
Μοιάζει με πύργο, κάστρο απόρθητο, άβατο όρος των Αγίων.
Ποιος μεριμνά για τους αμαρτωλούς;
Νερό ζητάω.
Πολύ.
Διψάω.
Νερό καταραμένο και λάδι αγιασμένο....
τα δώρα που μου φέρανε οι Μοίρες.
Ποιος μεριμνά για τους αμαρτωλούς;
Μες σ' ένα σπίτι γεμάτο νεκροθάφτες...
Ποιος δίνει σημασία στους ζωντανούς;


ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ

Κρυφά αργά το βράδυ,
κάποιος μου ψιθυρίζει μυστικά...
κι ύστερα γέλια ακούγονται πνιχτά.
Κρυφά μες το πηγάδι,
στον ύπνο μου είδα μια γριά να μπουσουλά...
κι ύστερα γίνηκε μωρό που μ' άστρο έμοιαζε αυγερινό.

Κρυφά στην πέρα γειτονιά,
λαμπάδες αναμμένες...
βάζουν φωτιά και καίν' το Σατανά!
Κι ύστερα νήματα φωτιάς,
περικυκλώνουν τα σπαρτά...
πυροτεχνήματα!

Κρυφά αργά το βράδυ.
μες το πηγάδι μπουσουλά ακόμα το φεγγάρι.
Κλάματα ακούγονται πνιχτά...
κι η γριά μάνα μου φωνάζει, νερό να φέρω,
να ξορκίσω τη φωτιά απ' τα σπαρτά.



ΑΔΥΝΑΜΙΑ

Φωνές προτρεπτικές και γέλια κοροϊδευτικά...
δυο μέρες τώρα αντηχούν στ' αυτιά μου.
Ο άνεμος παγώνει την κάθε ζώνη εξουσίας που συναντά.
Μες στο σκοτάδι παγώνουνε πρώτα τα πόδια.
Αδύνατον να υψώσω το ποταπό ανάστημά μου...
Σε κάποιον...
άλλον...
διαφορετικό...
και συμπονετικό αδελφό.
Στέκομαι στο κατώφλι της προτροπής και του εξευτελισμού
κάθε άγονης προόδου,
προσωποποιημένης κι ορφανής.
Στέκομαι και λυγίζω.
Το κρύο...
Το σκοτάδι...
Εκμαυλίζω.
Ασπίδα από νύχια υψώνω και κλείνομαι πίσω απ' αυτή.
Η αμαρτωλή βασίλισσα,
σάλεψε...
παραπάτησε...
Ύστερα έβγαλε το διαμαντένιο στέμμα απ' τη δαιδαλική της κόμη.
Το φόρεσε στο δάχτυλο.
Στο ίδιο δάχτυλο κρεμάω την ασπίδα.
Δε θα σαλέψω.
Ίσως με δει!
Με μανία θα κλέψω...
την πρώτη ώρα της οδύνης που φωλεύει σ' αδύναμες και ταπεινές ψυχές,
...το λατρευτό της δαχτυλίδι!
Και θα τρέξω!
Για βοήθεια θα τρέξω!
Ευχαριστώ τον Άνεμο...
που πάγωσε τη σάπια εμπιστοσύνη,
την τρίτη μέρα της απόγνωσης.
Η ονειρεμένη απόδραση μαράζωσε το κάθε νύχι.
Αυτή η κλοπή δεν έγινε ποτέ!








.

No hay comentarios:

Publicar un comentario en la entrada